Σάββατο 21 Οκτώβριος 2017

  

Η περιοχή του Εθνικού Πάρκου του Σχινιά έχει πεδινό χαρακτήρα. Οι κλίσεις του εδάφους είναι μικρές 0–2% και μόνο η αμμώδης γυμνή παραλιακή ζώνη παρουσιάζει μια μεγαλύτερη κλίση προς τη θάλασσα. Η περιοχή αυτή του δάσους εμφανίζεται ομαλότερη στο ανατολικό της τμήμα, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι σχεδόν επίπεδο και διακόπτεται από περιορισμένες χαμηλές εξάρσεις θινών μέχρι ένα μέτρο περίπου. Αντίθετα στο δυτικό τμήμα του δάσους και κυρίως προς την παραλία οι εξάρσεις γίνονται πιο συχνές και είναι μεγαλύτερου ύψους. Η παρατηρούμενη διαφορά μεταξύ των δύο τμημάτων συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι το ανατολικό τμήμα το προστατεύει από τους ανέμους η επιμήκης προέκταση της Κυνοσούρας-Μύτικα και επιπλέον το τμήμα αυτό δέχεται πιο έντονα την ισοπεδωτική ανθρώπινη παρουσία.

Εκτός από τις εξάρσεις των θινών, η έκταση του δάσους διακόπτεται επίσης από τις κοίτες κάποιων παλαιών μικρών ρευμάτων οι οποίες τείνουν σταδιακά να εξαφανιστούν αφού η δράση τους διακόπηκε από την κατασκευή του δρόμου κατά μήκος όλης της βόρειας πλευράς και από την διάνοιξη των αποστραγγιστικών τάφρων εκατέρωθεν του δάσους. Βόρεια και ανατολικά του πευκοδάσους υπάρχουν χαμηλότερες θέσεις που κατακλύζονται με νερά και δημιουργούν το άλλοτε Μεγάλο έλος του Μαραθώνα. Σήμερα ένα μεγάλο μέρος της έκτασης αυτής με τα αποστραγγιστικά έργα και τις επιχωματώσεις που έγιναν έχει μετατραπεί σε γεωργική έκταση και ζώνη παραθεριστικής κατοικίας ενώ ένα άλλο μέρος καταλαμβάνεται από το Κωπηλατοδρόμιο και κάποιες τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις. Η ελώδης έκταση που απέμεινε κομματιάζεται με ένα δίκτυο δρόμων και ένα δίκτυο καναλιών που καταλήγει με δύο αποστραγγιστικούς αγωγούς εκατέρωθεν του δάσους στη θάλασσα. Το έλος αυτό κατακλύζεται τον χειμώνα από τα νερά ενώ το καλοκαίρι σχεδόν αποξηραίνεται, ιδιαίτερα τα εξαιρετικώς ξηρά και θερμά χρονιά.

Ανατολικά του δάσους και του έλους υψώνεται ο στενόμακρος λοφώδεις ασβεστολιθικός σχηματισμός του Μύτικα που καταλήγει στο ακρωτήριο της Κυνοσούρας με αρκετά απότομες κλίσεις. 

Στην περιοχή αναπτύσσονται δύο είδη διακριτών υδροφοριών: η καρστική και η προσχωματική του πεδινού τμήματος. Η καρστική υδροφορία δεν είναι ενιαία και διαχωρίζεται στο δυτικό τμήμα, δηλαδή της Μακαρίας πηγής και στο ανατολικό τμήμα, δηλαδή των λόφων της Δρακονέρας.  Στο δυτικό άκρο του μετώπου ανάβλυσης της Μακαρίας πηγής το νερό είναι πιο επιβαρυμένο με χλωριόντα σε σχέση με το ανατολικό. Η καρστική υδροφορία της Μακαρίας πηγής έχει σαφώς καλύτερη ποιότητα από την προσχωματική υδροφορία.

Η έκταση της υδρολογικής λεκάνης ανέρχεται σε 35,6 Km2. Η μέση κλίση της υπολογίζεται σε 7,0% περίπου και ο συντελεστής κατείσδυσης σε 35-40%. Το κύριο μέρος της κατεισδύουσας ποσότητας νερού εκφορτίζεται μέσω της Μακαρίας Πηγής.

Η παραλιακή ζώνη του Σχινιά, που καταλαμβάνεται από το δάσος, πλάτους 450 μ. περίπου το οποίο μειώνεται ελαφρά προς τα δυτικά, αποτελείται από αμμώδεις θινογενείς σχηματισμούς του Τεταρτογενούς – Ολόκαινο.

Στη συνέχεια προς Βορρά, το έλος περιλαμβάνει αποθέσεις από ιλυοπηλώδη και αργιλλώδη υλικά ποικίλου πάχους που επικάθονται σε αμμώδεις σχηματισμούς, της ίδιας όπως παραπάνω γεωλογικής περιόδου.

Στα ανατολικά τέλος ο λοφώδης σχηματισμός του Μύτικα σχηματίζεται από σκληρούς ασβεστόλιθους (μάρμαρα) του ανωτέρου κρητιδικού, με πλευρικά κορήματα και κώνους κορημάτων κατά μικρές θέσεις.

Με βάση το γεωλογικό υπόθεμα διακρίνουμε σε πρώτο επίπεδο τρεις κατηγορίες εδαφών ήτοι εδάφη σε αλλουβιακές αποθέσεις και αλατούχες θέσεις (περιοχή έλους) και εδάφη σε σκληρούς ασβεστόλιθους. 

 

 

 

Ημερολόγιο Δράσεων

October 2017
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31